ὑπηνήτης

ὑπηνήτης
ὑπην-ήτης, ου, ,
A one that is just getting a beard (cf. foreg.), πρῶτον ὑ. a youth with his first beard, Il.24.348, Od.10.279, cf. Pl.Prt.309b (quoting Homer), Him.Ecl.13.24, al.; Ἑρμῆς ὑ., opp. Ζεὺς γενειήτης, Luc. Sacr.11: generally, bearded,

τράγος AP6.32

(Agath.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ὑπηνήτης — one that is just getting a beard masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπηνήτης — ὁ, Α 1. εκείνος που αρχίζει να βγάζει γένεια («ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ», Ομ. Οδ.) 2. αυτός που έχει γένεια, πωγωνοφόρος («ὑπηνήτην τράγον», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπήνη + κατάλ. της*] …   Dictionary of Greek

  • ὑπηνῆται — ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήταις — ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτην — ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτου — ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτῃ — ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτα — ὑπηνήτᾱ , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc nom/voc/acc dual ὑπηνήτᾱ , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτας — ὑπηνήτᾱς , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc acc pl ὑπηνήτᾱς , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήταν — ὑπηνήτᾱν , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπηνήτηι — ὑπηνήτῃ , ὑπηνήτης one that is just getting a beard masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”